σεβαστοκράτορας

ο / σεβαστοκράτωρ, -ορος, θηλ. σεβαστοκρατόρισσα, ΝΜ
βυζαντινό αξίωμα που απονεμήθηκε, για πρώτη φορά, από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό στον αδερφό του Ισαάκιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σεβαστός + -κράτωρ (βλ. αυτό-κράτωρ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεβαστοκρατόρισσα — η, ΝΜ βλ. σεβαστοκράτορας …   Dictionary of Greek

  • Έβρου, νομός — Νομός (4.242 τ. χλμ., 149.354 κάτ.) της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, το βορειοανατολικό άκρο της ελληνικής επικράτειας. Συνορεύει Β με τη Βουλγαρία, ΒΑ και Α με την Τουρκία (Ανατολική Θράκη) με φυσικό όριο τον ποταμό Έβρο, Ν… …   Dictionary of Greek

  • Μελισσηνός — Επώνυμο οικογένειας στρατιωτικών της βυζαντινής περιόδου. 1. Μιχαήλ (8ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός. Ήταν γιος του άρχοντα της Κωνσταντινούπολης Μ. και οπαδός των μεταρρυθμίσεων. Το 766 ανέλαβε τη διοίκηση του θέματος των Ανατολικών και κατεδίωξε …   Dictionary of Greek

  • Πρινίτσα — Μεσαιωνικό χωριό που δεν υπάρχει πια. Βρισκόταν κοντά στην αρχαία Ολυμπία και είναι γνωστό από τη μάχη που έγινε εκεί ανάμεσα στους Έλληνες και τους Φράγκους (1263). Ο Γουλιέλμος B’ Βιλλεαρδουίνος, πρίγκιπας της Αχαΐας, στο διάστημα της απουσίας… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.